Ιστορία της βίας

του Εντουάρ Λουί

Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη

,

«Δεν αναγνώριζα πια αυτά που έλεγα. Δεν αναγνώριζα πια τις ίδιες μου τις αναμνήσεις όταν τις αφηγούμουν· δεν αναγνώριζα πια αυτά που είχα ζήσει με τη μορφή που είχαν επιβάλει στην αφήγησή μου, έχανα τον εαυτό μου, ήξερα πως αν προχωρούσα σε αυτή την αφήγηση θα ήταν πολύ αργά για να γυρίσω πίσω, αυτό που θα ήθελα να πω θα χανόταν, αισθανόμουν πως αν ένα πράγμα δεν λεγόταν τη στιγμή που έπρεπε να ειπωθεί θα εξαφανιζόταν, χωρίς δυνατότητα επιστροφής, η πραγματικότητα θα απομακρυνόταν, θα διέφευγε, εκείνη τη στιγμή και για πάντα, καταλάβαινα πως υπήρχαν ορισμένες σκηνές, ορισμένα πράγματα που δεν θα έπρεπε να τα πω αν ήθελα να θυμάμαι τα πάντα, πως δεν μπορούμε να θυμόμαστε παρά ξεχνώντας, και πως αν με πίεζαν να θυμηθώ τότε ήταν που θα ξεχνούσα τα πάντα.»

Το δεύτερο μυθιστόρημα του Εντουάρ Λουί, ενός από τους πιο σημαντικούς νέους Γάλλους συγγραφείς, διαδραματίζεται με επίκεντρο ένα γεγονός που συμβαίνει τις πρώτες ώρες της 25ης Δεκεμβρίου. Ο Εντουάρ, που βρίσκεται μόνος του την ημέρα των Χριστουγέννων, φέρνει στο σπίτι του στο Παρίσι έναν τριαντάχρονο άντρα, ονόματι Ρεντά, αλγερινής καταγωγής. Επί αρκετές ώρες συζητούν, κάνουν έρωτα και κοιμούνται. Το επόμενο πρωί ο Ρεντά ξεσπά, απειλεί τον Εντουάρ με ένα πιστόλι, τον βιάζει και φεύγει. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που μας διηγείται την ιστορία εκ των υστέρων, με ένα εκπληκτικό προφορικό ύφος, είναι ο ίδιος με το πρώτο μυθιστόρημα του Λουί, που υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένο και στην Ελλάδα (κυκλοφορεί η τρίτη έκδοση, 5η χιλιάδα).

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Λουί Εντουάρ

Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε στην Αλλενκούρ της Γαλλίας το 1992 με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην École Νormale. Το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ είναι το πρώτο του βιβλίο. Προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε πάνω από είκοσι γλώσσες. Το 2016 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του Ιστορία της βίας και το 2018 το τρίτο, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

»Δεν ήταν όμως νευριασμένος. Καθόλου. Όταν τα λέει όλα αυτά δεν είναι νευριασμένος, όχι, ήταν ένα άλλο είδος ανυπομονησίας αν θες, θέλω να πω, δεν ξέρω πώς να το πω, όχι η ανυπομονησία κάποιου που είναι θυμωμένος αλλά η ανυπομονησία εκείνου που δεν μπορεί πια να περιμένει κάτι που θέλει από την πρώτη στιγμή, είναι διαφορετικό, και που ξέρει ότι πρόκειται να συμβεί, και που θέλει να συμβεί. Κατάλαβες. Η χαρούμενη ανυπομονησία.

»Παίρνει λοιπόν φόρα και το ξεστομίζει κατευθείαν: Πάμε να πηδηχτούμε; Έτσι ακριβώς το είπε. Κατά λέξη, σου τ’ ορκίζομαι. Δεν κώλωσε ο τύπος. Ε λοιπόν. Καταλαβαίνεις πως αυτό ακριβώς ήθελε ν’ ακούσει κι ο Εντουάρ. Ρώτα έναν σκύλο αν θέλει ένα κόκαλο. Αυτό περίμενε, εδώ και ώρα. Αυτό που ήθελε ήταν ο Ρεντά να ανεβάσει ρυθμό, να πάει πιο γρήγορα, αντιστεκόταν μόνο και μόνο για να πει ο άλλος μια παρόμοια φράση, επειδή αυτό ήλπιζε, δεν είχε αντισταθεί για να τον κάνει να σωπάσει.

»Ήταν όμως πολύ βίαιο. Έκανε την ερώτηση αυτή τόσο ευθέως, που το σώμα του Εντουάρ αντέδρασε από μόνο του, όπως όταν χτυπάς μ’ ένα σφυράκι το γόνατο, δεν αντέδρασε εκείνος αλλά το σώμα του, λες και το σώμα του δεν μπορούσε να συμβαδίσει με το κεφάλι του αν καταλαβαίνεις, δεν ξέρω πώς αλλιώς να σ’ το πω, επειδή μες στο κεφάλι του την είχε πάρει ήδη την απόφασή του, ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, γι’ αυτόν η υπόθεση είχε κλείσει, το ’χε λύσει το πρόβλημα, ήξερε τι ήθελε κι αυτό που ήθελε ήταν ο Ρεντά στο σπίτι του. Στο κρεβάτι του. Προσπερνάω τις λεπτομέρειες. Αλλά ας πούμε πως δεν επρόκειτο πια να περάσει το βράδυ διαβάζοντας. Αντίο βιβλία. Στο καλό.

»Το κεφάλι του ήθελε να πει Ναι όμως άκουσε το σώμα του να λέει Όχι. Τόσο που ήταν σαν να ξαφνιάστηκε ακούγοντας τον εαυτό του να λέει Όχι, κι έτσι συνέχισε ν’ ακούει το σώμα του που μιλούσε ενάντια στη θέλησή του, μου είπε, σου λέω τι μου είπε, και το κεφάλι του ήθελε να του πει ν’ ανέβει σπίτι το σώμα του όμως έλεγε ψέματα στον Ρεντά, απλώς αντανακλαστικά, και το κεφάλι του έβριζε το σώμα του (και μισούσα το σώμα μου) αλλά αυτές οι προσβολές δεν ωφελούσαν σε τίποτα, συνέχιζε να λέει ψέματα και συνέχιζε να λέει (ή μάλλον το σώμα μου έλεγε στη θέση μου) Φαντάζεσαι τι φασαρία θα γινόταν αν σε πήγαινα σπίτι μαζί μου με όλη μου την οικογένεια, τι χαμός θα γινόταν αν η μαλακισμένη η οικογένειά μου μ’ έπιανε μ’ ένα αγόρι στο δωμάτιό μου, καλύτερα να μην το σκέφτομαι καν, καλύτερα o Κατακλυσμός του Νώε, θα γινόταν χαμός σ’ το λέω, δεν θα ’βγαινες από κει μέσα ζωντανός, πίστεψέ με, και μου είπε Το κεφάλι μου προσπαθούσε να με κάνει να σωπάσω αλλά το σώμα μου συνέχιζε να μιλάει, μιλούσε στη θέση μου, κι έλεγε στον Ρεντά: Ο αδερφός μου θα με τσακίσει αν σε φέρω σπίτι μου επειδή λέει συνέχεια πως δεν θέλει τέτοια εδώ. Τα πάντα εκτός απ’ αυτό. Αυτό θα σήμαινε πόλεμο, καλύτερα να μην το σκέφτομαι καν. Δεν θα με ξαναφήσουν ποτέ πια να πατήσω το πόδι μου σπίτι, κι εσένα, εσένα θα σε κάνουν μαύρο στο ξύλο, δεν θα σε γνωρίζει ούτε η μάνα σου.

»Κι εγώ για ακόμα μια φορά πιστεύω πως ήταν υπερβολικός. Θα μπορούσε να έχει βρει κάποιο άλλο ψέμα. Δεν ξέρω, κάτι άλλο αλλά όχι ένα ψέμα σαν κι αυτό που μας κάνει να φαινόμαστε αγροίκοι, όχι ένα ψέμα σαν κι αυτό. Δεν είναι ότι μας τέλειωσαν τα ψέματα. Δεν ξέρω, θα μπορούσε να βρει κάτι άλλο. Εμείς σεβόμασταν πάντα αυτό που ήταν, πάντα, και όταν μας είπε ότι ήταν διαφορετικός, τη μέρα που μας το είπε, το θυμάμαι σαν να ’ταν χθες, αλήθεια σ’ το λέω, του απαντήσαμε πως αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα και πως εμείς θα τον αγαπάμε παρ’ όλα αυτά (λέει ψέματα), πάντα, και πως για εμάς θα είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος, του είπαμε λοιπόν πως αυτό είχε σημασία, η ευτυχία του, να είναι ευτυχισμένος (λέει ψέματα), η οικογένεια πάνω απ’ όλα. Η μητέρα μου του είπε Εμένα αυτό που με νοιάζει είναι τα παιδιά μου να είναι ευτυχισμένα και να ζήσουν μια καλή κι ευτυχισμένη ζωή, μόνο αυτό ζητάω, δεν μ’ ενδιαφέρουν τα λεφτά κι όλα αυτά, δεν με νοιάζουν, δεν έχουν σημασία, εγώ το μόνο που ζητάω είναι η ευτυχία των παιδιών μου. Μόνο η ευτυχία τους. Τέλος πάντων. Φυσικά και του ζητήσαμε να μην το πολυδείχνει όταν έρχεται στο χωριό για το λίγο που έρχεται, αυτές τις λίγες φορές που έρχεται τέλος πάντων, στη χάση και στη φέξη, επειδή μετά εμείς θα έπρεπε να το αντιμετωπίσουμε όταν θα έφευγε, εμείς θα την πληρώναμε, πώς νομίζεις ότι θα τέλειωνε αυτό; Ξέρεις πώς είναι οι άνθρωποι εδώ, τους ξέρεις όπως τους ξέρω κι εγώ, είναι χωριάτες, είναι καθυστερημένοι, δεν θα γλιτώναμε απ’ όλα αυτά ούτε σε πέντε γενιές, αυτό είναι σίγουρο, δεν υπερβάλλω, δεν θα μας άφηναν ήσυχους, α, όχι, και θα μας σχολίαζαν όλη την ώρα, και τι ζωή θα ’ταν αυτή, απαίσια σχόλια και υπονοούμενα κάθε μέρα, συνέχεια. Και δεν σου μιλάω καν για όλα αυτά που θα έλεγαν πίσω απ’ την πλάτη μας, έτσι θα ήταν τα πράγματα, και τα μικρά αδέρφια του ακόμα στο σχολείο, η ζωή τους θα γινόταν κόλαση. Αφού είναι χωριάτες οι άνθρωποι εδώ. Πρέπει να φταίει η μυρωδιά της καμένης κοπριάς ή η γύρη που αναπνέουμε σε όλη μας τη ζωή που τους έχει κάνει έτσι καθυστερημένους. Αλλά εγώ τι μπορώ να κάνω; Δεν φταίω εγώ. Του είπαμε λοιπόν να μην πολυκουνιέται και να μην ντύνεται πολύ προκλητικά, δεν του ζητήσαμε και τίποτα φοβερό. Του ζητήσαμε μόνο να μην πει τίποτα στον παππού του κι αυτό όχι επειδή ο παππούς του δεν θα καταλάβαινε, αλλά επειδή μπορεί κάτι τέτοιο να τον σκότωνε, και δεν το ήθελε αυτό, έτσι δεν είναι; καλά δεν λέω; είναι από άλλη γενιά, δεν μπορούμε να κρίνουμε με τον ίδιο τρόπο τις άλλες γενιές, η ζωή του ήταν πολύ σκληρή, η δουλειά στο κτήμα, ο πόλεμος στην Αλγερία, η δουλειά στο εργοστάσιο μετά τον πόλεμο, και ξανά και ξανά. Δεν θα καταλάβαινε. Δεν θα ήταν ικανός να καταλάβει και ειλικρινά δεν θα άξιζε τον κόπο να τον ταράξουμε με κάτι τέτοιο στην ηλικία του, σαν να μην του έφταναν όλα τα προβλήματα που έχουν οι άνθρωποι της ηλικίας του.

»Το δεχτήκαμε όμως πολύ καλά (δεν είναι αλήθεια). Λοιπόν έχω τις αμφιβολίες μου. Έχω τις υποψίες μου. Είναι φορές που υποψιάζομαι πως ο Εντουάρ μπορεί να μας ομολόγησε πως ήταν διαφορετικός – όχι για να μας πλησιάσει ή να μας κάνει να τον γνωρίσουμε καλύτερα, γιατί κατά βάθος, αν δεν απατώμαι, γι’ αυτό εξομολογούμαστε ένα μυστικό, αλλά νομίζω πως εκείνος μας το ομολόγησε για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Επειδή βαθιά μέσα του ήλπιζε πως δεν θα τον αποδεχόμασταν, ήλπιζε πως το να μας το πει θα τον απομάκρυνε από μας, πως θα τον διώχναμε εξαιτίας του μυστικού του και δεν θα τον δεχόμασταν, κι εκείνος, θα μπορούσε μετά να διηγηθεί σε όλους, με το αλαζονικό του ύφος, Βλέπετε, δικό τους είναι το λάθος, αυτοί φταίνε που απομακρύνθηκα από κοντά τους, είναι δειλός, δεν θέλει να είναι εκείνος υπεύθυνος αλλά προτιμάει να λέει σε όλους: Εκείνοι με απέρριψαν, δεν τους εγκατέλειψα εγώ, είναι δικό τους το φταίξιμο, και να έχει τη συνείδησή του ήσυχη, ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα, κι εγώ αυτό που σκέφτομαι όταν έχω το χρόνο να το σκεφτώ –δεν το λέω στη μητέρα μου, προτιμώ ασφαλώς να της το κρύβω για να μην τη στεναχωρήσω, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι τι θα περνούσε απ’ το κεφάλι της αν καταλάβαινε– είναι λες και μόλις ένιωσε πως μια χαρά θα τον δεχόμασταν, εκείνον, και μια χαρά θα δεχόμασταν και το μυστικό του, μας μίσησε, μας μίσησε επειδή κατέρρευσε το σχέδιό του και δεν θα μπορούσε να πάει να πει στους άλλους πως ήταν όλα δικό μας φταίξιμο, και σκέφτομαι ορισμένες φορές πως δεν μας συγχώρησε ποτέ που τον δεχτήκαμε. Ορίστε λοιπόν. Όμως έχω ξεφύγει πάλι. Πού είχα μείνει; Ο Εντουάρ. Λέει πως λυπάται αλλά δεν μπορεί να του πει να ανέβει, λέει Με συγχωρείς, δεν μπορώ να σου πω να έρθεις σπίτι μου –ακούει τον εαυτό του να ζητάει συγγνώμη, ακούει το σώμα του να ζητάει συγγνώμη και όχι το κεφάλι του όπως μου έλεγε– δεν είναι και πολύ ξεκάθαρο ορισμένες φορές, αλλά ας υποθέσουμε, ας υποθέσουμε πως ακούει τον εαυτό του να ζητάει συγγνώμη και τότε ο Ρεντά τι κάνει; παίρνει το χέρι του, ξανά, για δεύτερη φορά, την ώρα που μιλάει. Αρπάζει το χέρι του Εντουάρ και του το πιέζει πάνω στο πέος του, πάνω απ’ τη φόρμα του. Φορούσε φόρμα. Ο Εντουάρ δεν το περίμενε. Όχι το παντελόνι φυσικά, το γράπωμα του χεριού, και ο άλλος του λέει: Λοιπόν, άσε με μόνο να σε κεράσω ένα ποτό κάτω, στο καφέ, μόνο έναν καφέ, πέντε λεπτά μόνο να μου δώσεις μια ευκαιρία, δώσε μου μόνο μια ευκαιρία, και προσθέτει Εννοείται πως θα κεράσω εγώ, έλα, σε παρακαλώ, και ο Εντουάρ συνεχίζει να μη λέει τίποτα, παίρνει για δεύτερη φορά το χέρι του Εντουάρ, ξέρεις πώς είναι αυτοί οι τύποι, και το ακουμπάει και πάλι πάνω του και του λέει κάτι πράγματα του τύπου Είσαι πολύ όμορφος, είσαι ο πιο ωραίος ξανθός που έχω δει. Έχεις τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια. Κι ο Εντουάρ λοιπόν αναστενάζει. Και του λέει να έρθει σπίτι του».